"ΟΥΟΝΓΚ ΚΑΡ-ΟΥΑΪ - Wong Kar Wai (1958)"
(Ερωτική επιθυμία)
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 η κινηματογραφική βιομηχανία του Χονγκ Κονγκ στα μάτια των δυτικών θεατών ταυτιζόταν με τις ταινίες πολεμικών τεχνών του περίφημου στούντιο Shaw brothers, του Jimmy Wang Yu, του νεαρού (τότε) Jackie Chan, και φυσικά του Bruce Lee και των ποικίλων μιμητών του. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας μια νέα γενιά σκηνοθετών, με αρχικελευστή την πολυσχιδή περσόνα του Tsui Hark, το λεγόμενο «νέο κύμα (John Woo,Ringo Lam, Kirk Wong, Wong Jing κ.α.) εμφανίζεται δυναμικά στο προσκήνιο του ασιατικού Χόλιγουντ.
Αν και κατορθώνει σχεδόν αμέσως να κερδίσει την ιδιαίτερη εκτίμηση των δυτικών καλλιτεχνικών κύκλων, το σινεμά του «νέου κύματος» αποτελεί στην ουσία μια πιο θεαματική και συνάμα μεστή εξέλιξη του παλαιότερου, κατά βάση, ψυχαγωγικού, λαϊκού κινεζικού σινεμά - μια ρηξικέλευθη, ποιοτική απάντηση στην κορεσμένη αλαζονεία του χολιγουντιανού μοντέλου.
Την ίδια περίπου εποχή, μέσα στην κοσμογονία της κινέζικης νουβέλ βαγκ, κάνει την εμφάνιση της και μια μικρότερη ομάδα δημιουργών με «αυστηρότερους» καλλιτεχνικούς προσανατολισμούς, αντίστοιχους (αν και όχι παρόμοιους) με αυτούς της περίφημης 5ης γενιάς σκηνοθετών στην μητροπολιτική Κίνα (Zhang Yimou, Chen Kaige). Σκηνοθέτες όπως ο Stanley Kwan, η Ann Hui, ο Yim Ηο, η Clara Law οδηγούν για πρώτη φορά το «μη εμπορικό» σινεμά του Χονγκ Κονγκ έξω από τα σύνορα της Ασίας, στην πύλη γνωστών διεθνών φεστιβάλ. Ανάμεσα τους, ο ιδιαίτερα δημοφιλής στους δυτικούς σινεφίλ, αν και σχετικά άγνωστος στην πατρίδα μας, Wong Kar Wai, συνιστά την πλέον ιδιάζουσα και ενδιαφέρουσα περίπτωση.
Ο Wong Kar Waί ξεκινώντας σαν γνήσιο τέκνο της κινηματογραφικής βιομηχανίας του Χονγκ Κονγκ, κάνει τα πρώτα του βήματα ως σεναριογράφος στο τηλεοπτικό δίκτυο ΤVB όπου βγάζει τα προς το ζην γράφοντας σενάρια για την πετυχημένη σαπουνόπερα «Don't look now». Σύντομα όμως εγκαταλείπει την τηλεόραση για να δουλέψει στο αρτιγέννητο στούντιο Cinema City υπό την επίβλεψη πρωτοκλασάτων ονομάτων του Νέου Κύματος (Tsui Hark, Karl Maka, Eric Tsang, κ.α.). Δυστυχώς, γρήγορα απολύεται αφού για έναν ολόκληρο χρόνο αποτυγχάνει να παρουσιάσει ένα αρεστό στους προϊσταμένους του σενάριο.
Για ένα διάστημα αναγκάζεται να επιβιώσει γράφοντας φθηνά και γρήγορα σενάρια για ταινιάκια Ω' διαλογής (φθάνοντας στο εξωφρενικό σημείο να προσφέρει ποικίλες υπηρεσίες σε έναν σκηνοθέτη-τοκογλύφο!), πριν η γνωριμία και συνεργασία του με τον Patrick Tam (ένας από τους μείζονες δημιουργούς του Νέου Κύματος) αναβαθμίσει οριστικά τη θέση του στην κινηματογραφική βιομηχανία του Χονγκ Κονγκ - σε σημείο μάλιστα τέτοιο που η τελευταία να του «εμπιστευτεί» δύο από τους μεγαλύτερους της σταρ (Andy Law, Maggie Cheung) για τα γυρίσματα της πρώτης του ταινίας, το σκορτσεζικό γκανγκστερικό δράμα As tears go by (1988).

Αν και ο πολυχρησιμοποιημένος (αν όχι κλισέ) δραματουργικός κορμός της ιστορίας δεν συνιστά παρά μια κάπως απλουστευμένη εκδοχή των Κακόφημων Δρόμων (ο Andy Law ως άλλος Harvei Kaitel, προσπαθεί να ξεμπλέξει τον ατίθασο προστατευόμενο του Robert De Niro - Jacky Cheung από τα πλοκάμια της μαφίας), ο Wong Kar Waί κατορθώνει με χαρακτηριστική άνεση να ενοφθαλμίζει μια προσωπική, άκρως στυλιζαρισμένη, εστέτ αισθητική στην πεμπτουσία της σκορτσεζικής μυθολογίας.
Το As tears go by είναι μια απο-μυθοποιητική, αντι-ηρωική ματιά στο κόσμο των συμμοριών του Χονγκ Κονγκ (των λεγόμενων τριάδων), μίλια μακριά από το μυθικό, ηρωικό, άγριο κινεζικό West του John Woo. Παρά τον σκληρό και σκοτεινό, νατουραλιστικό τόνο της αφήγησης, η ταινία συναντά απρόσμενη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία στην πατρίδα της. Το As tears go by, εντούτοις, δεν αντιπροσώπευε το είδος σινεμά που ο Wong Kar Waί είχε στο μυαλό του, αφού έδειχνε να περιορίζει μέσα στα στεγανά της ταινίας είδους τις φιλοδοξίες του για μια πιο ελεύθερη, αυτοσχεδιαστική γραφή, φιλοδοξία που γίνεται πράξη το 1990 όταν ο παραγωγός του Alan Tang, εκστασιασμένος από την επιτυχία της πρώτης τους συνεργασίας προσφέρεται να χρηματοδοτήσει εν λευκώ την επόμενη προσπάθειά του, το Days of Being Wild.
Για τη δεύτερη αυτή του ταινία ο Wong Kar Waί, εμπιστεύεται το πόστο του διευθυντή φωτογραφίας σε έναν, μάλλον άσημο (τότε), Αυστραλό, που ζει και εργάζεται στο Χονγκ Κονγκ, αλλά με μόλις ελάχιστη προϋπηρεσία στο χώρο. Φυσικά πρόκειται για τον περίφημο πια Christofer Doyle (ίσως μαζί με τον Darious Chondji οι δυο πλέον ταλαντούχοι διευθυντές φωτογραφίας της εποχής μας). Η γνωριμία των δυο αντρών γίνεται μέσω του Patrick Tam (με τον οποίο ο Doyle είχε συνεργαστεί στο θαυμάσιο My heart is the eternal rose). Η συνάντηση αυτή υπήρξε γεγονός καθοριστικής σημασίας, αφού ο Αυστραλός είναι αυτός που θα προσφέρει τα τεχνικά θεμέλια πάνω στα οποία θα ανεγερθεί το ιδιαίτερο εικαστικό σύμπαν του ασιάτη δημιουργού.

Στο Days of Being Wild o Wong Kar-wai εγκαταλείπει τις κουρασμένες νόρμες της γκανγκστερικής θεματολογίας, αγγίζοντας με ευαισθησία μικρές, ανθρώπινες ιστορίες που ξετυλίγονται παράλληλα, κοντά η μια στην άλλη. Ανάμεσα σε μια σειρά από δευτερεύουσες πλοκές, η ταινία παρακολουθεί την ταραχώδη ερωτική ζωή του νεαρού Yuddi στο Χονγκ Κονγκ του 1960 (στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Leslie Cheung, ένας από τους λίγους κινέζους ηθοποιούς που μπορεί με ευκολία να ελίσσεται ανάμεσα σε φιλμ δράσης όπως το A Better Tomorrow και φιλμ αμιγών καλλιτεχνικών προδιαγραφών π.χ. Αντίο Παλλακίδα μου).
Κουρασμένος από τα ανήθικα ερωτικά παιχνίδια που παίζει σε βάρος δύο γυναικών (Carina Lau και Maggie Cheung - η τελευταία όμορφη όσο ποτέ !), ο Yuddi εγκαταλείπει τη ζωή του δίπλα στη θετή του μητέρα (Rebecca Pan) και φεύγει στις Φιλιππίνες αναζητώντας την αληθινή καταγωγή του και ταυτότητα. Ο Andy Lau (στο ρόλο ενός αστυνομικού που γνωρίζεται με μια από της ερωμένες του Yuddi και που χρόνια μετά, ως ναύτης συναντιέται μαζί του στις Φιλιππίνες) και ο Jacky Cheung (στο ρόλο του μοναδικού φίλου του Yuddi) συμπληρώνουν το, ομολογουμένως εντυπωσιακό, καστ.
To Days of Being Wild προσφέρει ένα πρωτόγνωρο κράμα υπαρξιακού δράματος και νουάρ ερωτισμού, δίχως τη δυνατότητα κατάταξης, κυρίως χάρη στην πρωτοτυπία του σκηνοθετικού χειρισμού. Για πρώτη φορά ο Wong Kar-wai πειραματίζεται με το αγαπημένο του, όπως θα φανεί αργότερα, τέχνασμα της αφήγησης off (voice over). Μεταπηδώντας από πρόσωπο σε πρόσωπο αλλάζει διαρκώς αφηγηματικούς άξονες, δίνοντας μας μια περίτεχνα διασπασμένη, συχνά ελλειπτική, οπτική των γεγονότων. Η εκπληκτική φωτογραφία του Doyle με τα έντονα χρώματα και τους εξαιρετικά δουλεμένους φωτισμούς συμβάλλει τα μέγιστα στη δημιουργία της ονειρώδους αίσθησης που διαπερνά το σύνολο των εικόνων. Εδώ, ο φορμαλιστικός περφεξιονισμός του διδύμου Wong-Doyle εντυπωσιάζει όχι μέσω της πολυπλοκότητας της μορφής (όπως θα συμβεί στις μετέπειτα δουλειές τους) αλλά μέσω της λειτουργικής απλότητας του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μια από τις ωραιότερες σκηνές της ταινίας συνίσταται σε ένα απλό τράβελινγκ (από τελεφερίκ) στην καρδία ενός τροπικού δάσους - πρόκειται για μια ονειρική σεκάνς που εισβάλει, ως λάιτ μοτίφ, σποραδικά στην αφηγηματική ροή. ¶ξιο αναφοράς και το θαυμάσιο soundtrack που, αποτελούμενο ως επί τω πλείστων από αργεντινά ταγκό, προσθέτει νότες ρομαντισμού και νοσταλγίας στις μοναχικές αναζητήσεις των νεαρών ηρώων της ταινίας.
Ο παραγωγός Alan Tang, πατώντας πάνω στο all star καστ και στο όνομα του φέρελπι νέου σκηνοθέτη, κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα για τα γυρίσματα χρήματα προπωλώντας την ταινία σε διανομείς από όλες τις αγορές της Ασίας, πριν καλά καλά ο Wong γυρίσει το πρώτο καρέ. Μόλις όμως οι χρηματοδότες είδαν την τελική κόπια ανακάλυψαν ότι πέρα από το χρήμα είχαν χάσει και το χρώμα τους ! Όπως λέει και ο ίδιος ο Wong «o Alan ήταν τόσο σίγουρος για την επιτυχία της ταινίας που υποσχέθηκε στη γυναίκα του ένα κόσμημα από διαμάντι. Μετά την πρεμιέρα της είπε : Ξέχασε το!»
Αν και η ταινία σαρώνει τα ετήσια κινηματογραφικά βραβεία του Χονγκ Κονγκ, διαγράφοντας και μια υπερεπιτυχημένη πορεία σε ποικίλα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, κάνοντας έτσι γνωστό το όνομα του σκηνοθέτη έξω από την πατρίδα του, αποδεικνύεται παταγώδη εμπορική αποτυχία. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τους αστέρες της τοπικής βιομηχανίας από το να επιθυμούν διακαώς να εργαστούν μαζί του.
Έτσι, για την επόμενη ταινία του, μια υπερφιλόδοξη μεταφορά του κλασσικού μυθιστορήματος πολεμικών τεχνών του Louis Cha, The Eagle Shooting Heroes, καταφέρνει να συγκεντρώσει το απόλυτο καστ-ονείρωξη για κάθε φαν του ασιατικού σινεμά, με μερικές από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της κινέζικης κινηματογραφίας (Leslie Cheung, Tony Leung, Briggite Lin, Maggie Cheung, Jacky Cheung, Carina Lau κ.α.). Ο Wong επιπλέον εξασφαλίζει τη συνεργασία του κορυφαίου χορογράφου πολεμικών τεχνών Sammo Hung, μαζί με ένα προϋπολογισμό μερικών εκατομμυρίων δολαρίων! Το Ashes of Time προδιαγράφεται σαν μια σίγουρη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.

Αυτό που όμως δεν είχε προβλεφθεί ήταν η μεγαλομανία του ίδιου του Wong. Ο σκηνοθέτης παίρνει συνεργείο και καστ στην έρημο Yuli της Κίνας όπου και τους ταλαιπωρεί για παραπάνω από 2 χρόνια, σπαταλώντας με απίστευτη απερισκεψία χιλιόμετρα φιλμ, γυρίζοντας, άλλοτε ξανά και ξανά τις ίδιες σκηνές, αλλάζοντας άλλοτε ολοκληρωτικά το στόρι. Η ταινία επιτέλους κάνει πρεμιέρα στα τέλη του 1994, έχοντας υπερβεί κατά πολύ των αρχικό προϋπολογισμό και τις αντοχές όλων όσων συμμετείχαν. Η υποδοχή των κριτικών υπήρξε διχασμένη και οι επιδόσεις της στο Box Office καταστροφικές.
Η ταινία εκτυλίσσεται σε αόριστο τόπο και χρόνο, κάπου στην μεσαιωνική Κίνα, αφηγούμενη, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, την ιστορία δυο προσώπων, ενός μισθοφόρου μονομάχου (Tony Leung) και ενός μοναχικού, αινιγματικού τύπου που αναθέτει δουλειές σε επί πληρωμή φονιάδες (Leslie Cheung), οι οποίοι ερωτεύονται την ίδια γυναίκα (Maggie Cheung). Η περαιτέρω υπόθεση μοιάζει τόσο μπερδεμένη που δύσκολα μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει, πόσο μάλλον να περιγράψει, τι ακριβώς συμβαίνει.
Δυστυχώς, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από το voice over που χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να καλύψει σημαντικά αφηγηματικά χάσματα (ολόκληρες σεκάνς κατακρεουργήθηκαν στις μουβιόλες), ενώ το πολυάριθμο των χαρακτήρων και η εν γένει συνθετότητα της μη γραμμικής ανέλιξης του στόρι κουράζουν τον θεατή, σε μια πρώτη τουλάχιστον προσπάθεια να παρακολουθήσει την πλοκή. Μια δεύτερη ή και τρίτη, εντούτοις, θέαση της ταινίας βοηθά στο να σχηματίσει κανείς μια πιο ολοκληρωμένη άποψη.

Το Ashes of Time μπορεί να μην είναι το επικό αριστούργημα που θα μπορούσε να είναι, αφού στιγμές μοιάζει να υπονομεύεται από την αυταρέσκεια του ίδιου του δημιουργού του, δεν είναι όμως εύκολο κανείς να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στη φιλοδοξία του Wong, μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες, να συνοψίσει και να ανανεώσει όλη την παράδοση του κινέζικου σινεμά πολεμικών τεχνών, φιλτράροντας την μέσα από την ξεχωριστή αισθαντικότητα που διακρίνει την ματιά του.
Πάνω απ' όλα όμως, το Ashes of Time συναρπάζει με τον αστείρευτο εικαστικό του πλούτο (ο Chris Doyle δίνει τον καλύτερο του εαυτό) και περιέχει μερικές από τις εντυπωσιακότερες σκηνές μαχών που έχουν αποτυπωθεί ποτέ σε φιλμ. Δεν είναι, άλλωστε, και λίγοι εκείνοι από τους φαν του σκηνοθέτη που υποστηρίζουν πως με αυτήν του την ταινία ο Wong υπογράφει την κορυφαία μέχρι σήμερα δημιουργία του.
Στα σύντομα διαλείμματα των γυρισμάτων του Ashes of Time, o Wong καταφέρνει να ολοκληρώσει μία ακόμη ταινία. To Chungking Express (1994) αφηγείται δυο ιστορίες, καθεμία με πρωταγωνιστή έναν ερωτικά απογοητευμένο αστυνομικό. Στην πρώτη, ο αστυνομικός με το νούμερο 223 (Takeshi Kaneshiro) αποφασίζει να φάει 30 κονσέρβες ανανά που λήγουν την ίδια νύχτα (1η Μαΐου) προκειμένου να ξεχάσει την May (που γεννήθηκε Πρωτομαγιά!), η οποία τον παράτησε (μαντέψτε!) Πρωταπριλιά! Καταλήγοντας σε ένα μπαράκι (και ξερνώντας τους ανανάδες) αποφασίζει να ερωτευτεί την πρώτη γυναίκα που θα μπει μέσα. Και, προς έκπληξη όλων, αυτή δεν είναι άλλη από μια έμπορο ναρκωτικών (η Briggite Lin αγνώριστη, με ξανθιά περούκα, αδιάβροχο και μαύρα γυαλιά, στον τελευταίο ρόλο της σπουδαίας καριέρας της).

Στη δεύτερη ιστορία, ο αστυνομικός 663 (Tony Leung) έρχεται αντιμέτωπος με την απόλυτη ερωτική κατάθλιψη όταν η γυναίκα που τον αγαπά, αεροσυνοδός στο επάγγελμα, τον εγκαταλείπει. Για καλή (η μάλλον κακή) του τύχη τον ερωτεύεται η Fay (τα λογοπαίγνια δεν έχουν όριο!) που δουλεύει στο φαστφου-ντάδικο Midnight Express όπου ο 663 (αλλά και ο 223) συχνάζει. Όταν μάλιστα η αεροσυνοδός της αφήνει τα κλειδιά του σπιτιού για να τα δώσει στον πρώην της, η Fay τα βουτάει και αρχίζει τις επισκέψεις στο σπίτι του 663 όταν αυτός απουσιάζει!
Γυρισμένο με ελάχιστα χρήματα, μέσα σε 2 μόλις μήνες, το Chungking Express βρίσκει το δίδυμο Wong-Doyle στο απόγειο της δημιουργικότητας του. Μέσα από την απλή καθημερινότητα ο Wong Kar-wai εμπνέεται με χιούμορ, τρυφερότητα και ειλικρίνεια μια μικρή πινακοθήκη χαρακτήρων που μένουν χαραγμένοι στη μνήμη, φροντίζοντας σε κάθε ευκαιρία (που του δίνει η πλοκή) να παραθέσει, μέσα από τις σκέψεις των πρωταγωνιστών του, μερικούς από τους ωραιότερους, αυθεντικότερους μονολόγους που έχουν ποτέ γραφεί. Οι ήρωες του Wong είναι θλιμμένοι μπάτσοι, μελαγχολικοί κακοποιοί ή μοναχικές σερβιτόρες. Πρόσωπα που θέλουν να είναι κάποιοι άλλοι, φιγούρες όμορφες, νεανικές, γεμάτες όμως μοναξιά, που αναζητούν την επαφή, τον έρωτα, τη φιλία, με τις επιθυμίες τους να μένουν απλώς επιθυμίες, δίχως ποτέ να μετουσιώνονται σε πράξεις.
Μικρά ερωτικά δίπρακτα που δεν ολοκληρώνονται ποτέ, στο φόντο μιας μεγαλούπολης που συνθλίβει κάτω από τα τεράστια μεγέθη της την προσμονή της τρίτης πράξης. Είναι αυτό το πολύχρωμο, θορυβώδες ντεκόρ της πόλης που έρχεται, άλλοτε σε αντίστιξη με την αυτάρεσκη μελαγχολία των προσώπων, πνίγοντας μέσα του τις πιο βίαιες συναισθηματικές τους αντιδράσεις, και άλλοτε λειτουργεί σαν καθρέφτισμα και προέκταση της ψυχικής τους διάθεσης (οι πινακίδες νέον στους δρόμους, τα φώτα των αυτοκινήτων που τρέχουν, τα μαύρα σύννεφα που σαρώνουν τον ουρανό, οι γαλαζωπές αποχρώσεις της βροχής, το αστραφτερό χρώμιο στο juke box).

Η χρωματική παλέτα του Doyle πάλλεται από ζωή. Ξεχειλίζοντας από όλα τα χρώματα του φάσματος πασαλείβει με ψυχεδελικό οίστρο το λευκό πανί. Κάμερα στο χέρι, λιγοστοί τεχνητοί φωτισμοί, συνεχή jump cuts, σύνθετα κάδρα, αλλοιωμένες ταχύτητες λήψεις και χρόνοι (time lapses). Στο υπερστυλιζαρισμένο σύμπαν των Wong-Doyle ο υποκειμενικός χρόνος των ηρώων μοιάζει να αυτονομείται από το χρόνο του αντικειμενικού κόσμου, αιωρούμενος στο φιλμικό κενό μεταξύ δυο διαδοχικών πλάνων.
Υπάρχει μια σκηνή που καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την εκφραστικότητα των ασυναγώνιστων οπτικών τεχνασμάτων των Wong και Doyle. Ο Tony Leung, περιμένοντας μάταια την Fay να έρθει σε ένα μπαρ, βάζει ένα νόμισμα στο Juke box και γέρνει σε αργή κίνηση εμπρός, ενώ άνθρωποι πίσω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον προσπερνούν. Περίτεχνα πλάνα όπως αυτό υποβάλλουν με γλαφυρότητα την αίσθηση της μοναξιάς του ενός σε έναν κόσμο που ασφυκτιά απ' τους πολλούς. Φυσικά, το, για μία ακόμη φορά, καταπληκτικό soundtrack συμπληρώνει στην εντέλεια το εκφραστικό αυτό κολάζ χρωμάτων, ήχων και συναισθημάτων.
Η ταινία συναντά θριαμβευτική υποδοχή στα φεστιβάλ όλου του κόσμου, κάνοντας πολλούς να μιλήσουν για εκρηκτικό αμάγαλμα αμερικάνικης ποπ αισθητικής και γαλλικής νουβέλ βαγκ. Πέρα, εντούτοις, από όλους αυτούς τους κολακευτικούς αφορισμούς, η ουσία βρίσκεται στο ότι ο Wong αναγκάζει ακόμα και τους λίγους εναπομείναντες δύσπιστους να στρέψουν οριστικά το βλέμμα τους στο θαυμαστό κινηματογραφικό κόσμο του Χονγκ Κονγκ και στην εκεί νουβέλ βαγκ. Ο γαλλικός κολοσσός UGC αναλαμβάνει τη διανομή της ταινίας στις αίθουσες όλης της Ευρώπης (μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα) ενώ στις Η.Π.Α. ο Quentin Tarantino την αγοράζει για λογαριασμό της εταιρείας του Rolling Thunder, θυγατρική της Miramax.

Πριν καλά καλά καταλαγιάσει ο θόρυβος από την επιτυχία του Chungking Express, ο κινέζος δημιουργός έχει ήδη ετοιμάσει την (άτυπη) συνέχεια. Έχοντας στα χέρια του μια ιστορία που αρχικά προοριζόταν για το Chungking αλλά δεν χώρεσε σε αυτό, προσθέτει άλλη μια και το Fallen Angels είναι κιόλας έτοιμο, σε χρόνο ρεκόρ, μέσα στο 1995. Ο Takeshi Kaneshiro αυτήν τη φορά αναλαμβάνει το ρόλο ενός μουγκού, πρώην κατάδικου, και νυν αλήτη, που μπλέκει διαρκώς σε καυγάδες (μια από τις πολλές εξωφρενικές του συνήθειες είναι οι νυχτερινές διαρρήξεις σε κρεοπωλεία και παγωταζίδικα για να ταΐζει με το ζόρι αθώους περαστικούς!).
Ο Leon Lai είναι ένας επαγγελματίας εκτελεστής σε υπαρξιακή κρίση που αποφασίζει να δώσει ένα τέλος στη καριέρα του και την επαγγελματική του σχέση με την Michelle Reis (ευκαιρία για τον Wong να στήσει μερικές αλά John Woo σκηνές hip-hop βίας). Απομένουν δυο ακόμη γυναίκες (Charlie Yeimg και Karen Mok) για να συμπληρώσουν το καστ ως τα ερωτικά αντικείμενα των δυο ανδρών. Μπορεί το Fallen Angels να μην σπρώχνει το σινεμά του Wong παραπέρα, σε νέα δραματουργικά και στιλιστικά μονοπάτια (είναι λίγο νωρίς για να αρχίσει από την 5η κιόλας ταινίας του να επαναλαμβάνει τον εαυτό του) αλλά δεν παύει να είναι μια απολαυστική εμπειρία από το πρώτο ως το τελευταίο καρέ.
Ο Doyle ετούτη τη φορά αποφασίζει να εξαντλήσει όλα του τα αποθέματα έμπνευσης, αδειάζοντας τα βαρύτερα πυρομαχικά που έχουν απομείνει στο καλλιτεχνικό του οπλοστάσιο. Σούπερ ευρυγώνιοι φακοί με απίστευτο βάθος πεδίου, «βαριά» φίλτρα, πολλαπλά φορμά (έγχρωμο-ασπρόμαυρο φιλμ, βίντεο), ασυνήθιστες γωνίες λήψεις, σύνθετα καδραρίσματα (μέσα από καθρέφτες, πίσω από τρεχούμενα νερά!). Το τρομερό δίδυμο ακροβατεί εδώ επικίνδυνα στο χείλος του ναρκισσισμού, αλλά καταφέρνει τελικά να βγει αλώβητο.

Αλλά προς τι όλη αυτή η φασαρία και τα πυροτεχνήματα; Οι ομορφότερες στιγμές της ταινίας είναι τελικά οι μικρότερες και απλούστερες: Το βιντεοημερολόγιο του νεκρού πατέρα, ο Takeshi Kaneshiro να κάνει μασάζ σε ένα γουρούνι στον πάγκο του κρεοπωλείου, ή να μπουκώνει με τη βία έναν άτυχο περαστικό στα παγωτά.
Για την επόμενη ταινία του ο Wong Kar-wai καταφεύγει για έμπνευση στη μακρινή Αργεντινή, τα ταγκό και τον Manuel Puig. H επιτυχία του Chungking Express και του Fallen Angels έχουν εξασφαλίσει πολύ πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων μια συμμέτοχη στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών του 1997. Δυστυχώς, το Happy Together, που περιγράφει τη σχέση δυο ομοφυλόφιλων εραστών που ταξιδεύουν από το Χονγκ Κονγκ στο Μπουένος ¶ιρες, αποδεικνύεται λίγο για να ικανοποιήσει τις υψηλές μας προσδοκίες. Πρόκειται για μια (αναμφίβολα γοητευτική) επίδειξη σκηνοθετικής μανιέρας, με τους Tony Leung, Leslie Cheung να περιφέρουν εαυτούς μέσα σε ένα ανύπαρκτο σενάριο και τον Chris Doyle στα συνηθισμένα του (αν και ελαφρώς συγκρατημένα) οπτικά τρυκ. Η πρώτη και (ας ελπίσουμε τελευταία) φορά που ο κινέζος δημιουργός απογοητεύει τους θαυμαστές του.
Παραδόξως, ο ίδιος καταφέρνει να φύγει από τις Κάννες με το βραβείο σκηνοθεσίας, το οποίο γενικότερα θα πρέπει να εκληφθεί ως δίκαιη αναγνώριση της μέχρι σήμερα δουλείας του. Ακολούθησαν δύο υπέροχες ταινίες η Ερωτική επιθυμία (In the mood for love) (2000) και το 2046 (2003) που τον έκαναν ευρέως γνωστό και στη χώρα μας. Ο Wong Kar-wai έχει αφήσει την προσωπική του στάμπα στην κινηματογραφική δεκαετία που μας φεύγει, καταθέτοντας παράλληλα και την δική του αισθητική πρόταση για το σινεμά του 2000. Το απαράμιλλο οπτικό του στιλ αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για αρκετούς νέους κινηματογραφιστές ανά τον κόσμο (είναι χαρακτηριστικό ότι πρόσφατο βιντεοκλίπ των Texas αντιγράφει συνειδητά σκηνές και 3 πρόσωπα από το Chungking Express

Παρά την παγκόσμια αναγνώριση, ο Wong συνεχίζει να θεωρείται «αποστάτης» για την κινηματογραφική βιομηχανία του Χονγκ Κονγκ. Ο ίδιος εξάλλου επιμένει να χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως έναν «όχι πολύ επιτυχημένο εμπορικό σκηνοθέτη», ενώ αρνείται κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να δουλέψει αλλού, κάνοντας αμίμητες δηλώσεις, αναφορικά με τις στενές σχέσεις μαφίας και κινηματογραφικής βιομηχανίας στο Χονγκ Κονγκ: «Είναι καλύτερο να δουλεύεις για πρωτοκλασάτους γκάνγκστερ παρά για κακούς λογιστές».
Τα λόγια, εξάλλου, που ο ίδιος βάζει στο στόμα του Leslie Cheung στο Days of Being Wild αντικατοπτρίζουν ιδανικά το ασυμβίβαστο, μοναχικό πνεύμα που διέπει τον σπουδαίο αυτό εικονοκλάστη: «Υπάρχει ένα είδος πουλιού δίχως πόδια που μπορεί μόνο να πετά και να πετά, και να κοιμάται στον άνεμο όταν είναι κουρασμένο. Το πουλί αυτό προσγειώνεται μια μόνο φορά στη ζωή του, για να πεθάνει. . .».
Αλέξης Αλεξίου (περιοδικό Camera Stylo, ¶νοιξη 2001)